fe-mail.gr

Fe-mail.gr

 

Αναμνήσεις διακοπών

27 Ιουλίου 2006 | 02:55 μ.μ.

Τέταρτες διακοπές φέτος, από τότε που γεννήθηκε το παιδί..
Τέταρτες διακοπές της ζωής μου αφού πριν παντρευτώ, δούλευα τα καλοκαίρια και δεν ένιωθα ότι χρειαζόμουν ξεκούραση…
Η αδράνεια με κούρασε.
Καθόμουν πριν λίγες μέρες, και αναπολούσα μπροστά σε φωτογραφίες, προσπαθώντας να αποφασίσω που θα πάμε…

Την πρώτη χρονιά - ακόμα παντρεμένη - με πολύ εσωτερική γκρίνια για την ταλαιπωρία που με περίμενε, μάζεψα το μισό μας ψυγείο με τα βιολογικά του παιδιού, κατσαρόλια, σεντόνια, τρόμπες, σκηνές, πισινούλες και σκατολοϊδια γιατί το «στεφάνι» μου ήθελε κάμπινγκ.
Και πήγαμε. Χαλάω εγώ χατίρι;
Και καλά περάσαμε.
Τόσο καλά που αν είχα αυτοκίνητο θα ξαναπήγαινα τώρα που είμαστε τα δυο μας.
Κι ας με βάλουν δίπλα σε έλληνες ή ιταλούς που φωνάζουν από τις 6 το πρωί μέσα στ’ αυτιά μου.
Κι ας έρχονται τα καλόπαιδα τους να φτύνουν τα κουκούτσια από ροδάκινα στον χώρο μας και τα τσόφλια από πεταλίδες στην πισινούλα της μικρής που είχα για πάρκο.
Γιατί ήθελα να πάω κάμπινγκ αλήθεια;
Την δεύτερη χρονιά πήγαμε Σύρο, αλλά δεν θυμάμαι πολλά γιατι ήμασταν πάνω στα χωρίσματα και θυμάμαι έντονα την άρνηση μου να μαγειρεύω για ένα «άκαρδο φαλλοκρατικό γουρούνι» όπως πλέον αναφερόμουν στο «στεφάνι» μου και το πόσο ζοριζόμουν να περισώσω μια τελειωμένη υπόθεση

Εκείνη την χρονιά πήγαμε και Ύδρα.
Εγώ με το παιδί, μετά ήρθε και κείνος, για 2 μέρες, και σκοτείνιασε λες ο ουρανός.
Δεν άντεχα άλλο το άγχος της συζύγου που δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει τα «θέλω» ενός ανθρώπου, τα «θέλω» που ήταν τόσο ασύμβατα με τις δικές μου ανάγκες και «θέλω.»
Δεν ήθελα να καταπιεστώ άλλο, η δική του επανάσταση είχε γίνει κολλητική.
Είχα ανάγκη απο ευγένεια και ηρεμία στην ζωή μου. Όμορφες εικόνες.
Λάτρεψα τις μικρές αποστάσεις, τα καραβάκια, το φρέσκο ψάρι, την ηρεμία να περπατάω με το παιδί μου στο λιμάνι…Άρχισα να σκέφτομαι ότι τελικά, ίσως να μην είμαι και τόσο άσχημα χωρίς αυτόν, χωρίς την στάνταρ εικόνα για την οικογένεια που είχα στο μυαλό μου.
Σίγουρα πάντως ήμουν πιο ήρεμη.
Η μικρή λάτρευε από τότε τα άλογα και έτσι, κάθε απόγευμα, όπως πηγαίναμε για το ξενοδοχείο, την ανέβαζα σε κάποιο μουλάρι, άλογο, ότι έβρισκα…
Η Ύδρα είναι ένα πολύ καλό μέρος για διακοπές, αλλά τώρα δεν έχουμε δυο εισοδήματα στο σπίτι, όποτε μάλλον θα διαλέξω κάτι πιο οικονομικό…

Εκείνη την χρονιά πήγα και Ρόδο.
Οι δυο μας πια. Χωρισμένη πλέον. Πέρασα απ’ όλο το φάσμα του
«Χώρισες? Αχ! Τι κρίμα» εφόσον εκεί έχω γνωστούς από τα παιδικά μου χρόνια.
Και αγαλλίασε η ψυχή μου με τον σεβασμό των ανδρών προς τις γυναίκες τους, με την ευγένεια που έχει γίνει επίκτητη, αν δεν είναι έμφυτη, λόγω τουρισμού, και που με ξεκούραζε από τους μουντζούφληδες κακοδιάθετους αθηναίους οδηγούς, ταξιτζήδες, υπάλληλους, γείτονες….
Κάθε πρωί με ξυπνούσε η μικρή μου. Ολόγυμνη φορούσε το σακίδιο της και μου έλεγε με ένα χαμόγελο ως τα’ αυτιά: ”Τάλατα;” Πηγαίναμε στην παραλία. Είχαμε βρει και μια πισίνα στην οποία έτρεχε να βουτήξει. Φορούσε καπέλο, μπόλικη κρέμα και Τ-σερτ.
Όταν το παιδί φόρεσε μπρατσάκια μετά από επιμονή μου, ήταν εκστασιασμένο στην ανακάλυψη ότι μπορεί να επιπλεύσει.
Άρχισε να κολυμπάει με ρυθμούς χελώνας προς την μπάλα της που βρισκόταν στην άλλη άκρη της πισίνας. Ξεκίνησα να της την φέρω και με σταμάτησε ορθά κοφτά με μια δυνατή φωνή που δε σήκωνε αντιρρήσεις.
«Μόνη μου!»
Την κοιτούσα σκεφτική.
Ο πατέρας της δεν είχε αυτό το χαρακτηριστικό. Και εγώ αν κάποιος προσφερθεί να μου κάνει την δουλειά, αφήνομαι. Αυτή η αποφασιστικότητα ήταν καθαρά δική της.
Το ανθρωπάκι μου άρχιζε να έχει δική του ταυτότητα….

Μπάνιο όλη μέρα και στάση στην ταβέρνα με τα κόκκινα καρό τραπεζομάντιλα και την κληματαριά πάνω από το κεφάλι μας, για να φάμε ψάρι, χωριάτικη με ελιές, να πασαλειφτεί με τζατζίκι και να μου ζητάει και φρέσκο δροσερό καρπούζι.
Το βραδάκι επιστροφή, έγδυνα το μικρό κόκκινο-καφέ κορμάκι και μαζί κάτω από την ντουζιέρα κάναμε φούσκες.
Κρεμούλα, ξάπλωμα στο κρεβάτι, αγκαλιές, χαδάκια, λίγη τηλεόραση για την μαμά μόλις κοιμότανε το παιδί, και την άλλη μέρα μια από τα ίδια.
Όλο τον χειμώνα η καρδιά μου ήταν ταραγμένη, και αυτή ήταν μια αναγκαία ανάπαυλα. Να σταματήσω και να κοιτάξω το παιδί μου στα μάτια και να με δει επιτέλους να χαμογελώ. Να καταλάβει ότι τώρα όλα είναι καλά.
Ήταν αναγκαίο το δέσιμο που επήλθε από κείνες τις ήρεμες μέρες που ήμασταν μόνες μας.
Που δεν είχα να ανησυχώ για μαγείρεμα, πλύσιμο, συμμάζεμα.Που μόνο ανέπνεα το ελαφρύ αεράκι και ονειρευόμουν ότι ίσως μια μέρα να μπορούσα να ζήσω εκεί…
Μακριά από την Αθήνα…
Εκεί που τα μαλλιά μου ανεμίζουν και το κορμί μου είναι δροσερό μέσα στον καύσωνα.
Εκεί που διάβαζα, ρέμβαζα, εκεί που το παιδί μπαινόβγαινε στο νερό αντί να είναι κλεισμένο σε τέσσερις τοίχους.

Πέρυσι έμεινα στο ίδιο ξενοδοχείο, και συνέχισα αυτό που είχα ξεκινήσει την προηγούμενη χρονιά: την εκπαίδευση της. Επέμενα να βάλει μάσκα, είναι πολύ βασικό για ένα παιδί να μην φοβαται να βρέξει το κεφάλι του.

Αν ποτέ πέσει στο νερό, το σοκ δεν θα το αποπροσανατολίσει, είχα διαβάσει κάπου. Στεναχωριόμουν που είχα χάσει τόσο πολύτιμο χρόνο και δεν της είχα μάθει από μωρό να κολυμπάει. Μια απαραίτητη γνώση.
Ψευτοκλάμματα από μεριά της και ένα σταθερό χέρι-το δικό μου- που την οδηγούσε μέσα στο νερό.
Φύσαγα το πρόσωπο της, ένα κόλπο που κάνει και το πιο μικρό μωρό να κρατήσει την αναπνοή του, και την βούταγα.
Την τελευταία μέρα κολύμπησε μόνη της και η καρδιά μου κόντευε να σπάσει από περηφάνια.
Το πρόσωπο της έλαμπε από αυτοπεποίθηση.
«Κοίτα με μαμά! Κοίτα με χωρίς μπρατσάκια, χωρίς τίποτα! Κοίτα με!»
και μια ολόκληρη πισίνα να χειροκροτά το τρίχρονο «σκατό», αφού υπήρξαν θεατές των προσπαθειών της..
Μαζεύαμε ένα λαστιχάκι του Άρμστρονγκ από τον πάτο της πισίνας. Μας το πέταγε ο Jope, ένας αξιολάτρευτος 13χρονος «γαμπρός» από την Σουηδία.
Γνωρίσαμε μπαμπάδες, παππούδες… Κόσμος ερχόταν, κόσμος έφευγε ενώ διάβαζα κάτω από την ομπρέλα τα βιβλία που είχα μαζέψει εδώ και έναν χρόνο, πίνοντας χυμό πορτοκάλι…
Ένας χωρισμένος μπαμπάς ξεχώρισε, όταν πήγαμε τα παιδιά μας στον παιδότοπο.
Τον κοίταζα στα μάτια και ήξερα. Απορούσα βέβαια, γιατι ένιωθα κόκκινη σαν αστακός και με είχε δει και στο φως της ημέρας με μαγιό.
Όλη την εβδομάδα παίζαμε στην πισίνα και πηγαίναμε βόλτες.
Ένα απόγευμα καθίσαμε στην παραλία ενώ τα παιδιά μας μαζεύανε πέτρες.

Ήμασταν σιωπηλοί και δεν κοιταζόμασταν. Αυτό που νιώθαμε ήταν τόσο έντονο σαν τρίτη παρουσία που κατάπινε τα πάντα, την παραλία, εμάς, τις λέξεις.
Καθόμασταν βουβοί και ακούγαμε τις ανάσες μας , ούτε καν τα κύματα.
Ένιωσα τις σκιές μας να σκύβουν δειλά και να φιλιούνται.
Τα δωμάτιά μας στο ξενοδοχείο δεν ήταν ούτε καν στον ίδιο όροφο. Ποιος γονιός θα άφηνε το παιδί του μόνο του, να τρέχει για γκομενικά?
Κανένας μας.
Αρκεστήκαμε σε ένα μεγάλο τηλεφώνημα εκείνο το βράδυ, το προτελευταίο, όπου τα είπαμε όλα, με τα παιδιά μας κοιμισμένα δίπλα μας και την καρδιά μας να φτερουγίζει.
Την επόμενη, στην πισίνα, με τράβηξε να με ρίξει στο νερό, όπως όλες τις άλλες μέρες, αλλά μείναμε για λίγο αγκαλιασμένοι, τόσο ώστε να μην πονηρευτούν τα μικρά μας που πλατσουρίζανε πιο κει.
Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Ένιωσα ξανά όμορφη, γυναίκα, έφηβη.
Μια ολόκληρη εβδομάδα και δεν φιληθήκαμε ούτε μια φορά.
Ούτε την ημέρα που έφευγε .. Οι διακοπές ήταν αφιερωμένες στα παιδιά μας.
Βγήκα από τις αναμνήσεις μου όταν η μικρή έτρεξε και κάθισε δίπλα μου και άρχισε να τιτιβίζει « α! ο Jope, o φίλος μου!»
«Εδώ κάνω μπάνιο!»
Έπρεπε να αποφασίσω που θα πάμε.
Μας καλέσανε σε διάφορα σπίτια γνωστών και φίλων κάτι που με κάνει να υποψιάζομαι ότι ο κόσμος ίσως να είναι ευαισθητοποιημένος στο «γυναίκα μόνη με παιδί»(άσχετα αν εγώ δεν νιώθω καθόλου “μόνη”) και είμαι ευγνώμων για την καλοσύνη που υπάρχει ακόμα στις καρδιές των ανθρώπων…. αλλά δεν θα ξεκουραστεί κανένας μας.
Ξυπνάμε άλλες ώρες.

Θέλω για δέκα μέρες να μου φέρνουν τον καφέ μου στην άκρη της πισίνας, να ακούω μουσική, να ανεβαίνω πάνω για ένα γρήγορο ντους και μετά να πηγαίνω με την μικρή μου από χωράφια που γνωρίζω και να τις εξηγώ πως μπορεί να πιάσει μια ακρίδα, ακριβώς όπως έκανα και γω μικρή.
Είναι το θέμα του να είμαστε οι δυο μας, όπως όλες οι σχέσεις 2 ανθρώπων.
Oι διακοπές μας, είναι για μας.
Είναι η εποχή που ξαναγνωριζόμαστε εκ βαθέων. Που δεν γράφω με τις ώρες στο κομπιούτερ, που δεν τρέχω στην δουλειά, που δεν έχει σχολείο, που δεν μου τρώει χρόνο, ενέργεια και προσοχή το σπίτι, τα γατιά, η μάνα μου, ο πατέρας της…
Είμαστε οι δύο μας και κανένας άλλος στον κόσμο.

Κολυμπάμε, και γελάμε επιμένει να δοκιμάσει κόκκινη πιπεριά-αφού δεν με πιστεύει ότι καίει-και μετά προσποιείται ότι δεν την έκαψε και σκάει στα γέλια, τις ψωνίζω εξωτικές καραμέλες από την Δανία και την Γερμανία, της πλέκω τα μαλλιά σε 1002 κοτσιδάκια, μου βάζει κρέμα με τρυφερότητα στην πλάτη, και το βράδυ, χώνεται στο στήθος μου όπως τότε που ήταν μωρό, και αναστενάζει καθώς την φιλάω.
Αγκαλιαζόμαστε κάτω από τα δροσερά καθαρά σεντόνια, δυο απαλά ζεστά κορμιά που θα έπρεπε να έχουν τόση επαφή και στην καθημερινή ζωή….
Αν ήμουν ακόμα παντρεμένη, ίσως να είχα περισσότερο χρόνο μαζί της σε όλη την διάρκεια του χρόνου-και είναι και η μόνη μου «μετάνοια»-, ίσως να είχα και κάποιον να μοιράζομαι την περηφάνια, την χαρά και την αγάπη που πλημμυρίζει το δωμάτιο, ίσως να είχα και περισσοτερη οικονομική άνεση… αλλά σίγουρα δεν θα είχε εκείνη τον πρώτο λόγο στο τι θα ήθελε να κάνουμε.
Και σίγουρα δεν θα είχα τον χρόνο να της αφιερωθώ ολοκληρωτικά και να της δημιουργήσω αναμνήσεις που θα την ζεσταίνουν όταν μεγαλώσει, ένα καταφύγιο στο μυαλό της. Δεν θα είχα την δυνατότητα να ρουφήξω κάθε λεπτό, να αποτυπώσω σκηνές μέσα μου, από την παιδική της ηλικία… που φεύγει και χάνεται τόσο γρήγορα…
Καλές διακοπές, σε όλους και όλες μας!

...από τη " Lili"

 

Return to category
 
Τελευταία άρθρα